Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

Andrei Tarkovsky: Αποσπάσματα από το βιβλίο του «Σμιλεύοντας τον χρόνο»


Η γέννηση και ανάπτυξη τής σκέψης έχει δικούς της νόμους, και ορισμένες φορές απαιτεί μορφές έκφρασης διαφορετικές από τα πρότυπα τής λογικής σκέψης. Κατά τη γνώμη μου ο ποιητικός συλλογισμός είναι πιο κοντά στους νόμους με τους οποίους αναπτύσσεται η σκέψη, επομένως πιο κοντά στην ίδια τη ζωή.  Όταν λέω ποίηση δεν εννοώ κάποιο λογοτεχνικό είδος. Ποίηση είναι ένας ξεχωριστός τρόπος να συνειδητοποιείς τον κόσμο, να συνδέεσαι με την πραγματικότητα. Η ποίηση λοιπόν γίνεται φιλοσοφία που καθοδηγεί τον άνθρωπο όλη του τη ζωή.
Ορισμένες στιγμές τής ανθρώπινης ζωής μόνο με την ποίηση μπορούν να αναπαρασταθούν πιστά.


Η τέχνη λοιπόν, όπως και η επιστήμη, είναι μέσο για να αφομοιώσουμε τον κόσμο, αποτελεί εργαλείο γνώσης τού κόσμου στη διαδρομή των ανθρώπων προς την «απόλυτη αλήθεια».
Αλλά εδώ σταματά κάθε ομοιότητα ανάμεσα στις δύο ενσαρκώσεις τής επινοητικότητας τού ανθρώπινου πνεύματος με τις οποίες ο άνθρωπος δεν ανακαλύπτει απλώς, παρά δημιουργεί. Για την ώρα ας σημειώσουμε ότι οι αρχές που διέπουν τις δύο μορφές γνώσης, την επιστημονική και την αισθητική, διαφέρουν, αποκλίνουν σημαντικά.
Με την τέχνη κατακτά ο άνθρωπος την πραγματικότητα μέσα από μια υποκειμενική εμπειρία. Στην επιστήμη, η ανθρώπινη γνώση τού κόσμου προχωρεί ανεβαίνοντας μιαν ατέλειωτη κλίμακα, όπου νέες γνώσεις αντικαθιστούν τις παλαιές και συχνότατα η μία ανακάλυψη αναιρείται από την επόμενη, για χάρη μιας συγκεκριμένης αντικειμενικής αλήθειας. Η καλλιτεχνική ανακάλυψη παρουσιάζεται κάθε φορά σα νέα και μοναδική εικόνα τού κόσμου, σαν ιερογλυφικό τής απόλυτης αλήθειας. Εμφανίζεται σαν αποκάλυψη, σαν στιγμιαία παράφορη επιθυμία να γνωρίσουμε διαισθητικά και διαμιάς όλους τού νόμους τού παρόντος κόσμου – την ομορφιά και την ασχήμια του, τη συμπόνια και τη σκληρότητά του, την απεραντοσύνη και τα όριά του. Όλα αυτά ο καλλιτέχνης, αυτός ο sui generis ιχνευτής τού απόλυτου, τα εκφράζει δημιουργώντας την εικόνα. Η εικόνα προσφέρει μια γνώση τού απείρου: το αιώνιο μες στο πεπερασμένο, το πνεύμα στην ύλη, το απεριόριστο με συγκεκριμένη μορφή.


Ακόμα κι αν μια επιστημονική ανακάλυψη φανεί αποτέλεσμα έμπνευσης, ή έμπνευση τού επιστήμονα δεν έχει τίποτα το κοινό με την έμπνευση τού ποιητή. Γιατί η εμπειρική διαδικασία τής διανοητικής γνώσης δεν μπορεί να εξηγήσει πώς γεννιέται μια καλλιτεχνική εικόνα – εικόνα μοναδική, αδιαίρετη, επινοημένη σε διαφορετικό επίπεδο από τη νόηση. Κι εδώ τίθεται υπό αμφισβήτηση η ορολογία.
Στην επιστήμη τη στιγμή τής ανακάλυψης η διαίσθηση αντικαθιστά τη λογική. Στην τέχνη όπως και στη θρησκεία, η διαίσθηση ισοδυναμεί με πεποίθηση, με πίστη. Είναι κατάσταση τού νου και όχι τρόπος σκέψης. Η επιστήμη είναι εμπειρική, ενώ τη σύλληψη τής εικόνας την καθορίζει η δυναμική τής αποκάλυψης. Πιο συγκεκριμένα μιλώ για ξαφνικές εκλάμψεις, σα να ανοίγουν πρώτη φορά τα μάτια μας, όχι όμως ως προς κάτι επιμέρους, αλλά ως προς το σύνολο, το άπειρο, ό,τι δεν ταιριάζει με την ενσυνείδητη σκέψη.
Η τέχνη δεν σκέφτεται λογικά ούτε διατυπώνει κάποια λογική τής συμπεριφοράς. Εκφράζει το δικό της πιστεύω. Αν στην επιστήμη είναι δυνατόν να αιτιολογήσει κανείς την αλήθειας μιας περίπτωσης και να την αποδείξει λογικά στους αντιπάλους του, στην τέχνη, είναι αδύνατον να πείσεις κάποιον άλλο ότι έχεις δίκιο αν οι εικόνες σου τον άφησαν αδιάφορο, αν δεν κατάφεραν να τον κερδίσουν με μια νέα αλήθεια για τον κόσμο και τον άνθρωπο, αν, μόνος απέναντι στο έργο, απλούστατα βαρέθηκε. 


Ο ποιητής δεν χρησιμοποιεί «περιγραφές» τού κόσμου, συμμετέχει στη δημιουργία του.


Το άπειρο δεν μπορεί να γίνει ύλη. Αλλά μπορούμε να δημιουργήσουμε την ψευδαίσθηση τού απείρου: την εικόνα.
Ασχήμια και ομορφιά περιέχουν η μία την άλλη. Αυτό το θαυμαστό παράδοξο, με όλο τον παραλογισμό του, διαποτίζει την ίδια τη ζωή, και, δημιουργεί στην τέχνη την πληρότητα όπου ένταση και αρμονία γίνονται ένα. Η εικόνα κάνει χειροπιαστή μια ενότητα όπου πολύμορφα διαφορετικά στοιχεία συγκλίνουν και εφάπτονται. Μιλούμε για την εικόνα, περιγράφουμε με λόγια την ουσία της, αλλά αυτή η περιγραφή δεν είναι ποτέ επαρκής. Δημιουργούμε μια εικόνα και την κάνουμε αισθητή. Μπορεί να γίνει αποδεκτή ή όχι, δεν μπορεί όμως να γίνει κατανοητή εγκεφαλικά. Την ιδέα τού απείρου δεν την εκφράζει κανείς με λόγια ούτε την περιγράφει, αλλά μπορεί να τη συλλάβει μέσω τής τέχνης που κάνει χειροπιαστό το άπειρο. Στο απόλυτο φτάνει κανείς με την πίστη και τη δημιουργική πράξη.
Ο μόνος όρος τού αγώνα για το δικαίωμα στη δημιουργία είναι η πίστη στην κλίση σου, η ετοιμότητα να υπηρετήσεις και η άρνηση να συμβιβαστείς. Η καλλιτεχνική δημιουργία απαιτεί από τον καλλιτέχνη να «χαθεί εντελώς» με την απόλυτη, τραγική έννοια τής έκφρασης αυτής.


Είναι λάθος όταν λέμε ότι ο καλλιτέχνης «αναζητά» το θέμα του. Στην πραγματικότητα το θέμα αναπτύσσεται σαν καρπός μέσα του και αρχίζει να απαιτεί έκφραση. Είναι κάτι σαν τοκετός. Ο ποιητής δεν μπορεί να υπερηφανευτεί για τίποτα, δεν είναι κύριος τής κατάστασης παρά υπηρέτης. Η δημιουργική εργασία είναι η μόνη εφικτή μορφή ύπαρξής του, και κάθε έργο του είναι σαν πράξη που δεν έχει τη δυνατότητα να την ακυρώσει. Για να γνωρίζει ότι η διαδοχή αυτών των πράξεων είναι η πρέπουσα και η σωστή, ότι βρίσκεται στη φύση των πραγμάτων, πρέπει να πιστεύει σ’ αυτό που κάνει, γιατί μόνο η πίστη αρθρώνει το σύστημα εικόνων (διάβαζε: σύστημα ζωής).


Η ιδιαίτερη λειτουργία τής τέχνης δεν είναι όπως διατείνονται συχνά, να διαδίδει ιδέες, να μεταδίδει σκέψεις, να χρησιμεύει για παράδειγμα. Σκοπός τής τέχνης είναι να ετοιμάσει τον άνθρωποι για το θάνατο, να οργανώσει και να καλλιεργήσει την ψυχή του, κάνοντάς τη να στραφεί στο καλό.


Όταν μάς συγκινήσει ένα αριστούργημα, αρχίζουμε να ακούμε το ίδιο κάλεσμα τής αλήθειας που ώθησε και τον καλλιτέχνη στη δημιουργική του πράξη. Ο δέκτης ενός καλλιτεχνικού έργου, δέχεται ένα μοναδικό, καθαρτήριο τραύμα, όταν δημιουργηθεί δεσμός ανάμεσα σ’ αυτόν και το έργο. Μέσα σ’ αυτό το φέγγος που ενώνει αριστουργήματα και κοινό γνωρίζουμε τις καλύτερες πλευρές τής ψυχής μας και ποθούμε να τις ελευθερώσουμε. Τέτοιες στιγμές αναγνωρίζουμε και ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας, το απροσμέτρητο βάθος τού δυναμικού μας και την τελική έκταση των αισθημάτων μας.


Το ωραίο και το ολοκληρωμένο στην τέχνη, δηλαδή ό,τι χαρακτηρίζει το αριστούργημα – το βλέπω εκεί όπου είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις ή να διαλέξεις το παραμικρό στοιχείο στη μορφή ή στο περιεχόμενο χωρίς να ζημιώσεις το σύνολο. Σ’ ένα αριστούργημα κανένα συστατικό δεν έχει το προβάδισμα. Δεν μπορείς να «πιάσεις τον καλλιτέχνη στο παιχνίδι του» και να διατυπώσεις για λογαριασμό του τους τελικούς σκοπούς και τους αντικειμενικούς στόχους του. «Η τέχνη έγκειται στο να μην την προσέχεις» γράφει ο Οβίδιος. Και ο Ένγκελς δήλωσε ότι «όσο πιο καλυμμένες είναι οι απόψεις τού συγγραφέα τόσο το καλύτερο για το έργο τέχνης».


Είναι φανερό ότι η τέχνη δεν μπορεί να διδάξει τίποτα, εφόσον επί τέσσερις χιλιάδες χρόνια η ανθρωπότητα δεν έμαθε απολύτως τίποτα.


Κάθε μορφή τέχνης γεννιέται και ζει σύμφωνα με τους δικούς της νόμους.


Ο καλλιτέχνης έχει καθήκον να είναι ήρεμος. Δεν έχει δικαίωμα να δείχνει τη συγκίνησή του, τη συμμετοχή του, να αδειάσει την ψυχή του στους θεατές. Κάθε συγκίνηση για κάτι πρέπει να αποκτήσει μορφή ολύμπιας αταραξίας. Μόνο έτσι θα μπορέσει να μιλήσει ο καλλιτέχνης για πράγματα που τον συγκινούν.


Πράγματι, είναι τόσο εύκολο να γυρίσεις όμορφα μια σκηνή μόνο για εφέ, για τον έπαινο των άλλων... Ωστόσο, αρκεί να κάνεις ένα και μόνο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, κι είσαι χαμένος.


Δεν υπάρχει πιο άσκοπο πράγμα από τη λέξη «έρευνα» όταν εφαρμόζεται σ’ ένα έργο τέχνης. Κρύβει ανικανότητα, εσωτερικό κενό, έλλειψη αληθινής δημιουργικής συνείδησης, ταπεινή ματαιοδοξία. «Ένας καλλιτέχνης που ερευνά»: αυτές οι λέξεις αποτελούν απλώς προκάλυμμα των μετριοτήτων όταν αποδέχονται δουλειά κατώτερης ποιότητας. Ένα πείραμα που μένει στο στάδιο τού πειράματος και δεν αποτελεί στάδιο στη διαδικασία παραγωγής ενός έργου, στάδιο που το διένυσε μόνος του ο καλλιτέχνης, δεν πετυχαίνει το στόχο τής τέχνης.


Πράγματι στην τέχνη τού δεύτερου μισού τού 20ου αιώνα έχει χαθεί το μυστήριο. Ό,τι θεωρείται σήμερα τέχνη είναι στο μεγαλύτερο του μέρος μύθος, γιατί αποτελεί πλάνη η πίστη ότι η μέθοδος μπορεί να γίνει το νόημα και ο σκοπός τής τέχνης. Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι σύγχρονοι καλλιτέχνες σπαταλούν νωθρά τον καιρό τους επιδεικνύοντας τη μέθοδό τους.
Το ζήτημα τής πρωτοπορίας είναι ιδιομορφία τού 20ου αιώνα, μιας εποχής όπου η τέχνη χάνει σταθερά την πνευματικότητά της. Η κατάσταση είναι χειρότερη σήμερα στις πλαστικές τέχνες, που δεν έχουν πια καμιά πνευματικότητα. Η αποδεκτή άποψη είναι ότι η κατάσταση αυτή αντανακλά την αποπνευμάτωση τής κοινωνίας. Και βέβαια, στο επίπεδο απλού παρατηρητή αυτής τής τραγωδίας, συμφωνώ: ακριβώς αυτό αντανακλά. Η τέχνη όμως δεν είναι παρατήρηση, αλλά και υπέρβαση. Ρόλος της είναι να δίνει πνευματικό όραμα στην πραγματικότητα, όπως έκανε ο Ντοστογιέφσκι, ο πρώτος που έδωσε έκφραση στην εκδηλωμένη μόλις τότε αρρώστια τού αιώνα.
Η έννοια τής πρωτοπορίας στην τέχνη δεν έχει νόημα. Καταλαβαίνω τη σημασία της στον αθλητισμό, λόγου χάρη. Στην τέχνη όμως θα σήμαινε πως αποδέχομαι την ιδέα τής προόδου για την τέχνη. Παρόλο που η πρόοδος έχει σημαντική θέση στην τεχνολογία, τελειότερα μηχανήματα, που μπορούν να εκπληρώσουν τη λειτουργία τους πιο καλά και πιο σωστά – πώς μπορεί να θεωρηθεί κανείς πιο προωθημένος στην τέχνη; Μπορεί να πει κανείς ότι ο Τόμας Μαν είναι καλύτερος από τον Σαίξπηρ;
Συνήθως οι άνθρωποι μιλούν για πειραματισμό και έρευνα σε σχέση με την πρωτοπορία. Τι μπορεί να σημαίνουν όμως αυτοί οι όροι; Πώς πειραματίζεται κανείς στην τέχνη; Δοκιμάζεις κάτι για να δεις πού θα καταλήξει; Αν όμως δεν πετύχει, εμείς δεν βλέπουμε τίποτα άλλο από το ιδιωτικό πρόβλημα τού ανθρώπου που το πείραμά του απέτυχε. Το έργο τέχνης κουβαλάει μέσα του μια ακέραιη αισθητική και φιλοσοφική ενότητα, είναι οργανισμός που ζει και αναπτύσσεται σύμφωνα με τους δικούς του νόμους. Μπορεί κανείς να μιλήσει για πείραμα όταν αναφέρεται στη γέννηση ενός παιδιού; Είναι παράλογο και άηθες.


Η έρευνα ως διαδικασία (και μόνο έτσι μπορεί να τη δει κανείς) έχει την ίδια επίπτωση στο έργο που έχει σ’ ένα καλάθι μανιτάρια το να περπατάς στο δάσος με ένα καλάθι ψάχνοντας για μανιτάρια! Μόνο το γεμάτο καλάθι είναι έργο τέχνης. Το περιεχόμενο είναι πραγματικό και απόλυτο, ενώ ο περίπατος στο δάσος παραμένει προσωπική υπόθεση κάποιου που τού αρέσει το περπάτημα.


Ένα έργο γερνά εξαιτίας τής ενσυνείδητης προσπάθειας του να είναι εκφραστικό και σύγχρονο. Αυτά τα πράγματα δεν τα «πετυχαίνεις». Πρέπει να τα έχεις μέσα σου.


Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε ολόκληρο το σύμπαν. Η ποιητική εικόνα όμως μπορεί να το εκφράσει ολόκληρο.


Η λειτουργία τής εικόνας, όπως είπε ο Γκόγκολ, είναι να εκφράσει την ίδια τη ζωή, όχι ιδέες ούτε απόψεις. Δεν σηματοδοτεί τη ζωή, δεν τη συμβολίζει, παρά τής δίνει σάρκα και οστά, εκφράζοντας τη μοναδικότητά της.


Όποιος προδίδει τις αρχές του δεν μπορεί ποτέ πια να έχει αγνή σχέση με τη ζωή. Συνεπώς, όταν ένας σκηνοθέτης λέει ότι θα φτιάξει μια εμπορική «σούπα» για να έχει μετά τη δύναμη και τα μέσα να γυρίσει την ταινία των ονείρων του απατάται οικτρά, ή κάτι χειρότερο: αυταπατάται. Ποτέ πια δεν θα κάνει την ταινία του.


Όποτε μιλούμε για «είδος» στον κινηματογράφο αναφερόμαστε κατά κανόνα σε εμπορικές ταινίες  - κωμωδία καταστάσεων, γουέστερν, ψυχολογικό δράμα, μελόδραμα, αστυνομική ταινία τρόμου, ή αγωνίας. Τι σχέση έχουν αυτά τα έργα με την τέχνη; Ανήκουν στα μέσα μαζικής ψυχαγωγίας και απευθύνονται στον μαζικό καταναλωτή. Δυστυχώς όμως αυτή είναι η μορφή τού κινηματογράφου σήμερα, σχεδόν διεθνώς, μια μορφή που έχει επιβληθεί εξωτερικά, για εμπορικούς λόγους. Στον κινηματογράφο μόνο ένας τρόπος σκέψης υπάρχει: ο ποιητικός. Μόνο με την ποιητική προσέγγιση λύνεται καθετί ασυμφιλίωτο και παράδοξο, μόνο έτσι γίνεται ο κινηματογράφος επαρκής τρόπος έκφρασης των σκέψεων και των αισθημάτων τού δημιουργού.
Η αληθινή κινηματογραφική εικόνα χτίζεται πάνω στην καταστροφή τού «είδους» αφού συγκρουστεί μαζί του. Και τα ιδεώδη που κατά τα φαινόμενα θέλει να εκφράσει ο καλλιτέχνης με τον κινηματογράφο δεν περιορίζονται προφανώς στις παραμέτρους ενός συγκεκριμένου «είδους».Ποιο είναι το «είδος» τού Μπρεσόν; Κανένα. Ο Μπρεσόν είναι Μπρεσόν. Είναι είδος από μόνος του. Και ο Αντονιόνι, ο Φελλίνι, ο Μπέργκμαν, ο Κουροσάβα, ο Ντοβζένκο, ο Βιγκό, ο Μιζογκούτσι, ο Μπουνιουέλ, - ο καθένας ταυτίζεται με τον εαυτό του. Ακόμα και η έννοια «είδος» είναι κρύα σαν τάφος.


Άλλο να είσαι αστείος και άλλο να κάνεις τον κόσμο να γελά. Για να συμπάσχει μαζί σου το ακροατήριο, δεν σημαίνει ότι θα εκβιάσεις τα δάκρυά του. Η υπερβολή γίνεται αποδεκτή μόνο ως δομικό στοιχείο τού συνόλου, ένα στοιχείο στο σύστημα εικόνων τής ταινίας, κι όχι τής μεθόδου της. Η γραφή τού δημιουργού δεν πρέπει να είναι βαριά, τονισμένη ή καλλιγραφική.


Η τέχνη είναι μέσο γνώσης, και γι αυτό τείνει πάντοτε προς τη ρεαλιστική αναπαράσταση, χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια νατουραλισμό ή ηθογραφία. (Το χορικό πρελούδιο σε σι ελάσσονα τού Μπαχ είναι ρεαλιστικό, επειδή εκφράζει ένα όραμα αλήθειας).


Βέβαια τα κριτήρια με τα οποία η τέχνη διακρίνεται από τη μη τέχνη, από το επίπλαστο, είναι τόσο σχετικά, τόσο ακαθόριστα και αναπόδεικτα, που τίποτε δεν εμποδίζει να θεωρηθούν αισθητικά κριτήρια τα καθαρά χρησιμοθηρικά μέτρα αξιολόγησης – μέτρα που τα υπαγορεύει η επιθυμία για το μέγιστο δυνατό εμπορικό κέρδος ή κάποιο ιδεολογικό κίνητρο. Και στις δύο περιπτώσεις βρισκόμαστε μακριά από τον αυθεντικό σκοπό τής τέχνης.
Η φύση τής τέχνης είναι αριστοκρατική και βεβαίως επιλεκτική όσον αφορά την απήχησή της στο κοινό. Ακόμα και στις «συλλογικές» εκδηλώσεις της, όπως το θέατρο ή ο κινηματογράφος, η απήχησή της συνδέεται με τα βαθύτερα συναισθήματα ενός ανθρώπου που έρχεται σε επαφή με ένα έργο. Όσο πιο πολύ το σημαδεύουν και το συνεπαίρνουν το άτομο αυτά τα συναισθήματα, τόσο πιο σημαντική θέση θα κατέχει το έργο στην εμπειρία του.
Ωστόσο η αριστοκρατική φύση τής τέχνης δεν απαλλάσσει καθόλου τον καλλιτέχνη από την ευθύνη του απέναντι στο κοινό και, αν θέλετε, απέναντι στην ανθρωπότητα. Κάθε άλλο. Ο καλλιτέχνης, επειδή έχει πλήρη συνείδηση σε ποια εποχή και σε ποιον κόσμο ζει, γίνεται η φωνή αυτών που δεν μπορούν να διατυπώσουν ή να εκφράσουν την άποψή τους για την πραγματικότητα. 


Προσωπικά δεν μπορώ να καταλάβω το πρόβλημα τής λεγόμενης «ελευθερίας», ή «έλλειψης ελευθερίας» τού καλλιτέχνη. Ο καλλιτέχνης ποτέ δεν είναι ελεύθερος. Από καμιά άλλη ανθρώπινη ομάδα δεν λείπει περισσότερο η ελευθερία. Τον καλλιτέχνη τον δεσμεύει το τάλαντο, η κλίση του.


Ο καλλιτέχνης δεν μπορεί, και δεν έχει το δικαίωμα να κατεβαίνει σε κάποιο αφηρημένο, τυποποιημένο επίπεδο για χάρη μιας παρεξηγημένης αντίληψης που απαιτεί έργο πιο προσιτό και πιο κατανοητό. Διαφορετικά, θα οδηγούσε την τέχνη σε παρακμή – και εμείς θέλουμε να ανθεί η τέχνη, πιστεύουμε ότι ο καλλιτέχνης έχει ακόμα πολλές ανεξερεύνητες πηγές να ανακαλύψει και ότι το κοινό θα έχει ακόμα πιο σοβαρές απαιτήσεις – ή, εν πάση περιπτώσει, θέλουμε να το πιστεύουμε.
Ο Μαρξ είπε ότι, «για να απολαύσεις την τέχνη, πρέπει να είσαι καλλιτεχνικά διαπαιδαγωγημένος». Ο καλλιτέχνης δεν είναι δυνατό να θέτει στόχο του το να είναι κατανοητός – θα ήταν παράλογο όσο και το αντίθετό του: να προσπαθεί να είναι ακατανόητος.


Δεν είναι δυνατόν να κατανοούν όλοι εξίσου καλά έναν δημιουργό. Ωστόσο κάθε σκηνοθέτης δικαιούται να έχει τους δικούς του, λίγους ή πολλούς θιασώτες ανάμεσα στους θεατές τού κινηματογράφου. Αυτός είναι ο κανονικός όρος ύπαρξης τού μεμονωμένου καλλιτέχνη και όρος ανάπτυξης τής πολιτιστικής παράδοσης στην κοινωνία. Φυσικά, καθένας θέλει να βρει, όσο γίνεται περισσότερα συγγενικά πνεύματα που να τον εκτιμούν και να τον χρειάζονται. Δεν μπορεί όμως να υπολογίσει την επιτυχία του και να διαλέξει τις αρχές εργασίας του με τρόπο που να τη διασφαλίζουν. Όταν φροντίζει κανείς να ικανοποιήσει το κοινό, τότε πια μιλούμε για βιομηχανία διασκέδασης, για τον κόσμο τού θεάματος, για μάζες, για ό,τι άλλο θέλετε, αλλά σίγουρα όχι για τέχνη, η οποία υπακούει αναγκαστικά στους δικούς της νόμους ανάπτυξης, είτε μάς αρέσει είτε όχι.


Ένας σκηνοθέτης δεν έχει το δικαίωμα να κάνει προσπάθειες να γίνει αρεστός. Δεν έχει το δικαίωμα να αυτοπεριορίζεται στη δουλειά του για χάρη τής επιτυχίας, αλλιώς θα πληρώσει αναπόφευκτα το τίμημα: το σχέδιό του, ο στόχος του και η υλοποίησή τους δεν θα έχουν πια την ίδια σημασία γι αυτόν. Θα είναι σαν να έχει δεχτεί εξαρχής να χάσει το παιχνίδι. Ακόμα κι αν ξέρει εκ των προτέρων πως η δουλειά του δεν θα έχει πλατιά απήχηση, πάλι δεν έχει το δικαίωμα να επιφέρει αλλαγές σ’ αυτό που θέλησε να κάνει.


Όταν λέω ότι δεν μπορώ να επηρεάσω τη στάση τού κοινού απέναντί μου, προσπαθώ να διατυπώσω το δικό μου επαγγελματικό καθήκον, που είναι ολοφάνερο, απλούστατο: να κάνεις αυτό που πρέπει, να δώσεις ό,τι είναι δυνατόν να δώσεις και να κρίνεις τον εαυτό σου με τα πιο αυστηρά κριτήρια. Πώς να υπάρξει τότε θέμα να σκεφτείς για την «ικανοποίηση τού κοινού» ή να νοιαστείς να δώσεις στο κοινό «παράδειγμα προς μίμηση»; Ποιο κοινό; Τις ανώνυμες μάζες; Τα ρομπότ;
Δεν χρειάζονται πολλά για να αρέσει η τέχνη σε κάποιον: ψυχή ευαίσθητη, λεπτή, ευσυγκίνητη, ανοιχτή στο καλό και το ωραίο, ικανή για αυθόρμητη αισθητική εμπειρία. Στη Ρωσία το κοινό μου συμπεριλάμβανε πολλούς που δεν θα μπορούσαν να καυχηθούν για τις γνώσεις ή για τη μόρφωσή τους. Πιστεύω ότι η ευαισθησία απέναντι στην τέχνη δίνεται σε κάποιον τη στιγμή που γεννιέται, κι ύστερα εξαρτάται από την πνευματική του καλλιέργεια.


Αν αποδεχόμαστε άκριτα το γούστο των θεατών, προσπαθώντας να τους ευχαριστήσουμε, σημαίνει απλούστατα ότι δεν τους σεβόμαστε, ότι θέλουμε μόνο να πάρουμε τα λεφτά τους. Αντί να εκπαιδεύουμε το κοινό, προσφέροντάς του εμπνευσμένα έργα τέχνης, εκπαιδεύουμε τους καλλιτέχνες πώς να εξασφαλίζουν τα εισοδήματά τους. Από την άλλη πλευρά το κοινό θα εξακολουθήσει ανενόχλητα και αυτάρεσκα να πιστεύει πως έχει δίκιο – πεποίθηση που σπάνια είναι δικαιολογημένη. Η αποτυχία μας  να αναπτύξουμε τα κριτήρια τού κοινού σημαίνει τελικά ότι το μεταχειριζόμαστε με πλήρη αδιαφορία.


Όλα αυτά τα ανέφερα επειδή θέλω να τονίσω την πίστη μου ότι η τέχνη πρέπει να εμφορείται από τη δίψα τού ανθρώπου για το ιδεώδες, πρέπει να αποτελεί έκφραση αυτής τής προσπάθειάς του. Πρέπει να δίνει ελπίδα και πίστη στον άνθρωπο. Κι όσο πιο απελπιστικός είναι ο κόσμος στην εκδοχή τού καλλιτέχνη, τόσο πιο καθαρά πρέπει να δούμε ίσως το ιδεώδες που τον αντιπαλεύει, αλλιώς η ζωή μας γίνεται αβίωτη!


Ο καλλιτέχνης θέλει να κλονίσει εκ βάθρων τη σταθερότητα τής κοινωνίας για να πλησιάσει περισσότερο το ιδεώδες. Η κοινωνία αποζητά τη σταθερότητα, ο καλλιτέχνης το άπειρο. Τον καλλιτέχνη τον ενδιαφέρει η απόλυτη αλήθεια, γι αυτό κοιτάζει μπροστά και βλέπει τα πράγματα πιο γρήγορα από τους άλλους.


Έχω ανάγκη να νιώθω ότι σ’ αυτό τον κόσμο διαδέχομαι κάτι, κάποιον, ότι δεν βρίσκομαι τυχαία εδώ. Μες στον καθένα μας πρέπει να υπάρχει κάποια κλίμακα αξιών. Στον Καθρέφτη ήθελα να κάνω τους ανθρώπους να νιώσουν ότι ο Μπαχ, ο Περγκολέζι, το γράμμα τού Πούσκιν, το δύσκολο πέρασμα των στρατιωτών από τη λίμνη Σίβας και τα προσωπικά, οικεία γεγονότα, έχουν κατά κάποιον τρόπο ίση σημασία σαν ανθρώπινη εμπειρία. Για την πνευματική εμπειρία ενός ανθρώπου αυτό που συνέβη χτες μπορεί να σημαίνει το ίδιο με εκείνο που συνέβη στην ανθρωπότητα εκατό χρόνια πριν.


Πιστεύω ότι οι πληγές πάντοτε επουλώνονται μέσα από μια πνευματική κρίση. Αυτή η κρίση είναι απόπειρα να βρει κανείς τον εαυτό του, να αποκτήσει νέα πίστη. Είναι ο κλήρος κάθε ανθρώπου που έχει πνευματικούς στόχους. Δεν αποφεύγεται, εφόσον η ψυχή διψά για αρμονία και η ζωή είναι γεμάτη παραφωνία. Αυτή η διχοτόμηση αποτελεί το ερέθισμα για να κινηθούμε, την πηγή τού πόνου και ταυτόχρονα τής ελπίδας μας, επιβεβαίωση τού πνευματικού μας δυναμικού και βάθους.


Θεωρώ καθήκον μου να ερεθίζω τη σκέψη πάνω σε ό,τι ουσιαστικά ανθρώπινο και αιώνιο έχει κάθε ατομική ψυχή, πάνω σε πράγματα που ο άνθρωπος συνήθως τα προσπερνά, ακόμα και αν εξαρτάται από αυτά η μοίρα του. Ο άνθρωπος είναι απασχολημένος να κυνηγά φαντάσματα και να προσκυνά είδωλα. Στο τέλος όλα καταλήγουν σ’ ένα, και μάλιστα απλό στοιχείο, το μόνο στο οποίο μπορεί να υπολογίζει στη ζωή του: την ικανότητα να αγαπάει. Το στοιχείο αυτό μπορεί να αναπτυχθεί μες στην ψυχή και να γίνει ο υπέρτατος παράγοντας που καθορίζει το νόημα τής ζωής ενός ανθρώπου. Έργο μου είναι να κάνω τον θεατή που βλέπει τις ταινίες μου να συνειδητοποιήσει την ανάγκη του να αγαπάει και να τον αγαπούν, να καταλάβει ότι τον καλεί η ομορφιά κοντά της.


Δεδομένου ότι η τέχνη εκφράζει το ιδεώδες και τις βλέψεις τού ανθρώπου προς το άπειρο, δεν μπορούμε να τη ζέψουμε σε καταναλωτικούς στόχους χωρίς να βιάσουμε τη φύση της ... Το ιδεώδες αφορά πράγματα που δεν υπάρχουν στον κόσμο όπως τον γνωρίζουμε, παρά μάς υπενθυμίζει τι πρέπει να υπάρχει στο πνευματικό επίπεδο.


Τελικά, θα ‘θελα να εκμυστηρευτώ στον αναγνώστη ότι το μόνο που δημιούργησε ποτέ η ανθρωπότητα με πνεύμα αυταπάρνησης είναι η καλλιτεχνική εικόνα – και θέλω να με πιστέψει. Ίσως το νόημα κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας να βρίσκεται στην καλλιτεχνική συνείδηση, στην άσκοπη και ανιδιοτελή καλλιτεχνική πράξη.


Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Περι αγοράς φωτογραφικής μηχανής


Αγόρασα την πρώτη μου μηχανή όταν πήγαινα 3η γυμνασίου, λίγες μέρες πριν πάμε με το σχολείο 3ημερη εκδρομή στο Πήλιο. Οι επιλογές δεν ήταν και πολλές. Ουσιαστικά έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα σε 2-3 όπου η μόνη διαφορά τους ήταν στο χρώμα του πλαστικού.
20 χρόνια μετά αν δεν έχεις πιάσει ποτέ μηχανή στα χέρια σου τουλάχιστον πελαγώνεις. Σε όποιο μαγαζί με ηλεκτρονικά είδη κι αν βρεθείς θα σου δείξουν τουλαχιστον 30 διαφορετικές μηχανές. Για να μην μιλήσουμε για αναζήτηση στο ιντερνετ.
Πολλοί φίλοι με ρωτάνε για το ποιά μηχανή τους προτείνω να αγοράσουν. Θα απαντήσω γυρίζοντας πίσω στην αγορά της πρώτης μου ψηφιακής μηχανής. Τότε οι ψηφιακές κόστιζαν πολλά λεφτά, δεν είχαν και πολλές λειτουργίες και χαλάγαν και γρήγορα. Αν πάρουμε ως κριτήριο μόνο το οικονομικό τότε η χειρότερη μηχανή σήμερα είναι πολύ πιο φτηνή απο την τότε καλύτερη και έχει και ένα σωρό παραπάνω χαρακτηριστικά.
Ας έρθουμε όμως και στα υπόλοιπα κριτήρια που θα πρέπει να έχουμε πρίν αγοράσουμε μηχανή. Τώρα πια είτε θέλουμε να εκτυπώσουμε φωτογραφίες είτε δεν μας ενδιαφέρει, οι νέες μηχανές είναι εξοπλισμένες με αισθητήρες πολύ υψηλής ανάλυσης, οπότε ο πόλεμος των megapixels δεν πρέπει να μας επηρεάζει και σίγουρα δεν πρέπει να είναι ένα κριτήριο αγοράς.
Η δεύτερη μηχανή που αγόρασα ήθελα να έχει μεγάλο ζουμ και επίσης να μπορεί να τραβάει απο πολύ κοντά. Όντως εκείνη είχε τότε το μεγαλύτερο οπτικό ζουμ (12x) και επίσης τραβούσε και απο 1 cm απόσταση. Ήταν μια όχι πια τσέπης αλλά μια compact Minolta, αρκετά ακριβή. Οι μηχανές compact είναι το ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ μηχανών τσέπης και ρεφλέξ (αλλιώς dslr). Οι τιμές τους ξεπερνούν λίγο τις πιο ακριβές τσέπης και πλησιάζουν τις πιο φτηνές dslr.
Με τον καιρό ανακάλυψα οτι χρειάζομαι μια μηχανή με καλή απόκριση σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού. Τότε χρειάστηκα μια dslr στην οποία μπορούσα να προσαρμόσω έναβ πιο φωτεινό φακό.
Στην τελευταία μου αγορά το κριτήριο ήταν το full frame.
Όσο περισσότερο φωτογραφίζουμε τόσο αλλάζουν και τα κριτήρια επιλογής. Αν είμαστε αρχάριοι ας ξεκινήσουμε με κάτι απλό και λιγότερο απαιτητικό. Αν απλά θέλουμε να κρατάμε μια μηχανή και να τη χρησιμοποιούμε τις Κυριακές και στις διακοπές μας, τότε η πιο φτηνή που υπάχει είναι η καλύτερη λύση. Αν θέλουμε λίγο απ’όλα, δηλαδή και λουλούδια και τοπία και πορτραίτα και μπανιστήρι τότε μια compact σίγουρα θα μας κρατήσει απασχολημένους για πολύ. Αν τέλος θέλουμε να προχωρήσουμε αναζητώντας τη φωτογραφία, τότε θα χρειαστούμε μια dslr με –κατά προτίμηση- ένα σταθερό φακό.  
Επιστρέφοντας στο οικονομικό κριτήριο και υποστηρίζοντας την αγορά οποιαςδήποτε μηχανής, θα ήθελα να επισημάνω οτι αν κάθε χρόνο δίνουμε ένα σωρό λεφτά για να έχουμε την τελευταία λέξη της τεχνολογίας στο κινητό μας, τότε θα πρέπει να σταματήσουμε να κλαψουρίζουμε για το κόστος των ψηφιακών μηχανών…θα μπορούσαμε βέβαια να τραβάμε φωτογραφίες και απο το super duper κινητό μας…

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

Η πικρή ηδονή του delete


Πριν απο περίπου 15 χρόνια όταν διανύαμε τα τέλη της ρομαντικής εποχής του φιλμ, η φωτογραφική μηχανή δεν ήταν πια μόνο προνόμιο όσων είχαν κάποιο συγγενή στην Αμερική ή όσων ήταν πιο ευκατάστατοι οικονομικά. Μια φωτογραφική μηχανή υπήρχε σχεδόν σε όλα τα σπίτια. Η χρήση της βέβαια ήταν λίγο σπανιότερη, ίσως γιατί στο τσαντάκι της δεν χώραγαν πάνω απο 3 καρούλια, ίσως επίσης γιατί κανείς δεν τράβαγε περισσότερες φορές την ίδια πόζα. Βέβαια υπήρχαν και κάποιοι πολύ πιο παθιασμένοι που άλλαζαν 15 καρούλια την ημέρα.
Στην ψηφιακή εποχή που ζούμε, είναι πολύ σύνηθες σε κάθε οικογένεια το κάθε μέλος να έχει πλέον τη δική του φωτογραφική μηχανή. Τώρα πια δεν χρειάζεται χώρος για καρούλια, ούτε να τρέχουμε στο φωτογραφείο να τα αγοράσουμε. Δεν χρειάζεται να είμαστε φειδωλοί στα κλικ εκτός κι αν κοντεύει να γεμίσει η 16αρα κάρτα μας. Τώρα είμαστε ελεύθεροι. Ειδικά αν βρεθούμε σε εκστατική κατάσταση μπορούμε να τραβήξουμε και μια φωτογραφία ανα δευτερόλεπτο. Έτσι κι αλλιώς είναι δωρεάν. Όυτε για εμφάνιση θα πληρώσουμε, ούτε για εκτύπωση.
Τι γίνεται όμως όταν θέλουμε να δείξουμε σε κάποιον τις φωτογραφίες για τις οποίες είμαστε περήφανοι; Όσες φορές στο παρελθόν έδειχνα φωτογραφίες, παρατηρούσα οτι μετά απο 5 λεπτά το μάτι του θεατή έβλεπε αλλά δεν κοίταζε. Καμιά φορά το στόμα του άνοιγε διάπλατα, καμιά φορά το βλέμμα κατηφόριζε προς το ρολόι του και πολύ πιο σπάνια ευτυχώς έβγαινε και κάποιο δάκρυ.  Κάποιος που μια φορά μου συστήθηκε σαν άρρωστος με τη φωτογραφία λέγοντας μάλιστα οτι στο σκληρό του δίσκο έχει 12 gb απο φωτογραφίες λουλουδιών. Φανταστείτε αν μας καλούσε σπίτι του να τις δούμε…
Για όλους αυτούς που αποθηκεύουν απλά τις φωτογραφίες τους, ένας σκληρός δίσκος είναι αρκετός και δεν πιάνει και πολύ φυσικό χώρο. Για όσους όμως βλέπουν τη φωτογραφία σαν απόσταγμα της ματιάς τους, τότε το delete είναι αναγκαστικό. Και δεν είναι ποτέ τόσο απλό.
Πίσω στα σχολικά χρόνια μια απο τις πιο δύσκολες ασκήσεις ήταν να γράψουμε μια περίληψη με πολλή ουσία και λιγότερες λέξεις. Σε ένα συνέδριο κάποιος ομιλητής είπε “συγγνώμη που δεν έχω το χρόνο να είμαι πιο γρήγορος”. Για να κρατήσουμε την ουσία της φωτογραφίας πρέπει να ξεφορτωθούμε οτιδήποτε δεν έχει να κάνει μ’αυτήν.
Γι’αυτό μια διεργασία που είναι πιο δύσκολη απο αυτή της φωτογράφησης, είναι η διαδικασία της επιλογής και ακόμα πιο δύσκολη αυτή του σβησίματος. Ειδικά στα πρώτα μας βήματα είμαστε πολύ δεμένοι συναισθηματικά με τις φωτογραφίες μας , τις βλέπουμε σαν καρπούς, σαν παιδιά μας. Με τον καιρό όμως έχουμε την ανάγκη να είμαστε όλο και λιγότερο φλύαροι. Γι’αυτό και όταν πρόκειται για τους μεγάλους φωτογράφους δεν τίθεται θέμα καλής ή κακής φωτογραφίας, αλλά φωτογραφίας και μη φωτογραφίας.
Στην ουσία φωτογραφία υπάρχει όταν μέσα απο αυτήν  ανοίγονται ταυτόχρονα δυο παράθυρα, ένα προς τον θεατή και ένα προς τον ίδιο τον φωτογράφο. Ο Henri Caretier Bresson στο βιβλίο του “Αποφασιστική στιγμή” μας εξηγεί οτι φωτογραφία υπάρχει όταν η καρδιά, το μάτι και το χέρι μας βρεθούν στην ίδια ευθεία.
Εδώ όμως προκύπτει ένα άλλο πρόβλημα. Όσο πιο ουσιώδεις γίνουμε τόσο λιγότεροι θα καταλάβουν τη φωτογραφία μας. Είναι σαν να μιλάμε μια απο τις πολλές διαλέκτους μιας δύσκολης ξένης γλώσσας. Γιατί περί ξένης γλώσσας πρόκειται.
Γι’αυτό δεν είναι δυνατόν να χρισιμοποιούμε ταυτόχρονα τις έννοιες “καλλιτεχνική” και “επαγγελματική” φωτογραφία. Δεν μπορούν αυτές οι έννοιες να συνυπάρξουν και δεν πρέπει άλλωστε. 

Περι πνευματικών δικαιωμάτων

Πριν λίγες μέρες έτυχε να βρεθώ με έναν φίλο ο οποίος μου παραπονέθηκε οτι ο φωτογράφος που κάλυψε τον γάμο του δεν του έδινε τα ψηφιακά αρχεία στη μέγιστη ανάλυση. 
Έκανα μια έρευνα στο ιντερνετ και βρήκα τον νόμο 2121/93. Το link είναι εδώ http://www.foebus.gr/stcontent.asp?catid=9
είναι αρκετά μεγάλο, δεν το έχω διαβάσει όλο αλλά απ'ό,τι καταλαβαίνω ο φωτογράφος είναι απόλυτα καλυμμένος. Βέβαια σε μια φωτογράφηση όπου σε προσλαμβάνει κάποιος, όπως είναι ένα μυστήριο, καλό είναι να αναγράφεται στο συμφωνητικό οτι τα ψηφιακά αρχεία παραμένουν στον φωτογράφο, ωστε να αποφεύγονται τέτοιου είδους παρεξηγήσεις.
Άλλοι συνάδελφοι προσφέρουν αυτά τα αρχεία έναντι ξεχωριστής αμοιβής. Όπως και να έχει, σύμφωνα με τον νόμο αυτό, ο φωτογράφος εξακολουθεί να κατέχει τα πνευματικά δικαιώματα της δημιουργίας του ενώ ο πελάτης θα πρέπει να ζητήσει την γραπτή άδεια του φωτογράφου για οποιαδήποτε χρήση των φωτογραφιών του.
Δεν γνωρίζω αν ο παραπάνω νόμος έχει τροποποιηθεί, αν κάποιος ξέρει κάτι παραπάνω ας ενημερώσει γιατί το τοπίο φαίνεται λίγο φλου και με στραβό ορίζοντα. 

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Περι επαγγελματικής καλλιτεχνικής φωτογραφίας


Στην εποχή μας που η επικοινωνία έχει γίνει όλο και πιο εύκολη φοβάμαι οτι έχουμε σοβαρό πρόβλημα επικοινωνίας. Ειδικά   όταν αναφερόμαστε σε μια έννοια της οποίας τα όρια είναι τόσο συγκεχυμένα όπως είναι η τέχνη.
Τα τελευταία χρόνια στον χώρο της επαγγελματικής φωτογραφίας γίνεται λόγος για κσλλιτεχνική φωτογράφηση. Στον γάμο, στη βάφτιση, στη μόδα, ακόμα και στη τουριστική φωτογραφία. Ίσως για λόγους ωραιοποίησης ή ακόμα και κερδοσκοπικούς συνηθίζουμε να περιγράφουμε ένα προϊόν με όρους που δεν έχουν καμία σχέση με την ιδιότητα του ιδίου του προϊόντος.
Συνηθίζεται λοιπόν απο τους φωτογράφους, όταν πρόκειται να κάνουν προσφορά για παράδειγμα για μια φωτογράφηση γάμου, να αναφέρουν οτι το ζευγάρι μπορεί μια δεύτερη μέρα να ξαναφορέσει τα ρούχα του γάμου και να φωτογραφηθεί με καλλιτεχνικό τρόπο σε μια τοποθεσία εκτός της εκκλησίας. Η εν λόγω φωτογράφηση αναφέρεται και ως “on location”. Συνήθως γίνεται σε μέρη όπως παραλίες, δάση, μαρίνες, στάσεις του τραμ κλπ.
Η άποψή μου είναι η εξής:  αν ο φωτογράφος ονομάζει την δεύτερη φωτογράφηση καλλιτεχνική, τότε υποτιμά τον εαυτό του. Δηλαδή οι φωτογραφίες που τράβηξες κατα τη διάρκεια του μυστηρίου τι ήταν; για πέταμα; κανείς δεν ξέρει οτι οι πρώτες καλλιτεχνικές φωτογραφίες ήταν οι αναμνηστικές;
Όταν είσαι φωτογράφος και καλείσαι να καλύψεις ένα μυστήριο, ο στόχος σου είναι να παρουσιάσεις τα πρόσωπα όσο πιο όμορφα γίνεται. Ο πελάτης ντύνεται καλά και όπως και να’χει θέλει να ακούσει καλά λόγια για τον εαυτό του. Οπότε στο στούντιο σβήνονται οι φωτογραφίες με κλειστά μάτια, με γκριμάτσες, με μπουκωμένα στόματα και μένουν εκείνες που έχουν χαμόγελα, φωτογενή προφίλ και διάφορα αναπάντεχα στιγμιότυπα. Η φωτογραφία αυτή αγαπημένοι μου συνάδελφοι ονομάζεται εφαρμοσμένη, στοχευμένη. Επίσης ο όρος “on location” στα ελληνικά σημαίνει “στο μέρος”, “στην τοποθεσία”… η ίδια η εκκλησία δεν αποτελεί location; το σπίτι της νύφης ή του γαμπρού που ετοιμάζονται; Μήπως χρησιμοποιούμε τον όρο στα αγγλικά για να εντυπωσιάσουμε; Δεν είναι ντροπή να εξηγούμε στον πελάτη οτι στόχος μας είναι να καλύψουμε την πιο ωραία μέρα της ζωής του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο…αλλά τι σχέση έχει η καλλιτεχνική φωτογραφία με τον γάμο;
Αν θέλουμε να το δούμε θεωρητικά η καλλιτεχνική φωτογραφία αποτελείται απο μια φόρμα και ένα περιεχόμενο τα οποία μεταξύ τους αλληλεπιδρούν, συνομιλούν, γίνονται ένα. Αν το δούμε φιλοσοφικά, η τέχνη υπάρχει για να υπαινίσσεται και χαρακτηρίζεται απο την υπέρβαση. Αυτή τη υπέρβαση  κατάφεραν ο  DaVinci, o Van Gogh, o Mozart, o Bresson, o Kertesz, o Dostojiefski, o Fellini, o Bergman και άλλοι μεγάλοι καλλιτέχνες. Το συνολικό έργο αυτών των ανθρώπων είναι κάτι σαν μια αυτοβιογραφία. Μπορούμε εμείς να βγάλουμε τα ψυχολογικά απωθημένα μας σε ένα γάμο ή μια βάφτιση; Θα μας κυνηγίσει ο πελάτης! Ειδικά αν ξέρει και πολεμικές τέχνες τη βάψαμε!
Η φωτογραφία μόδας. Είναι στοχευμένη. Ή πας να αναδείξεις μια ωραία κοπέλα (που έτσι κι αλλιώς είναι ωραία) ή πας να αναδείξεις κάποιο ρούχο. Πού είναι η τέχνη; πού είναι η υπέρβαση; Προσωπικά την ωραία κοπέλα προτιμώ να την δω μπροστά μου παρά σε φωτογραφία. Μήπως εννοούμε οτι ο φωτογράφος είναι τεχνικά άρτιος και ξέρει να χρησιμοποιεί με άψογο τρόπο τα softbox ή τα studio flash; Άλλο όμως τεχνική ικανότητα και άλλο τέχνη. Με τα κατάλληλα σεμινάρια, φωτογραφία μόδας μπορεί να κάνει και η γιαγιά μου.
Καλό είναι λοιπόν να μη βάζουμε τα πάντα στο ίδιο τσουβάλι. Τα ιερά τέρατα της φωτογραφίας δεν υπάρχουν για να τα ζηλεύουμε και να τα εκμεταλλευόμαστε αφού ούτε καν να τα αντιγράψουμε δεν μπορούμε. Υπάρχουν μόνο για να τα θαυμάζουμε, για να μας εμπλουτίζουν την ψυχή.




Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

Περί επαγγελματικής φωτογράφησης μυστηρίων


Αυτή η ανάρτηση απευθύνεται στους μελλόνυμφους και στους γονείς που πρόκειται να βαφτίσουν το παιδί τους…

Πρόσφατα είχα πάει να φωτογραφήσω ένα γάμο στη Γλυφάδα. Μετά το μυστήριο πήγαμε με τον εικονολήπτη στο ξενοδοχείο όπου θα γινόταν η δεξίωση έχοντας συνεννοηθεί με το ζευγάρι οτι πρώτα θα ανεβαίναμε στο δωμάτιο για μερικές φωτογραφίες και πλάνα βίντεο. Το ασανσερ μας το κάλεσε ένας κύριος ο οποίος μας συστήθηκε ως ο διοργανωτής της δεξίωσης. Αφού μας είπε οτι έχει αναλάβει 3000 γαμήλιες δεξιώσεις, μας παρακάλεσε να συντομεύσουμε την δουλειά μας γιατί “σχεδόν πάντα οι φωτογράφοι καθυστερούν τους διοργανωτές και δημιουργούν προβλήματα”. Για να είσαι σχεδόν 50άρης και να έχεις κάνει 3000 δεξιώσεις, τότε σίγουρα τα περισσότερα ζευγάρια θα παντρεύτηκαν Τρίτη, Τετάρτη ή Πέμπτη. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι το οτι αν μετά απο 20 χρόνια γάμου το ζευγάρι θυμάται το φαγητό, μάλλον θα έπαθε δηλητηρίαση ή θα έπασχε απο δυσπεψία. Όλα τα παντρεμένα ζευγάρια γνωρίζουν οτι το γλέντι που μένει αξέχαστο είναι αυτό με λιγότερους απο 50 καλεσμένους οι οποίοι στο τέλος καταλήγουν ή μέσα σε μια πισίνα ή ακόμα καλύτερα στη θάλασσα, αφού βέβαια τις 2 τελευταίες ώρες έχουν γίνει τύφλα!

Ας αφήσουμε όμως τα αστεία και ας γίνουμε λιγο πιο σοβαροί. Σε ένα γεγονός που γίνεται (σχεδόν) μόνο μια φορά και που είναι απο τα πιο σημαντικά γεγονότα στη ζωή ενός ζευγαριού, αυτό που μένει μετά απο πολλά χρόνια δεν είναι ούτε τα προσκλητήρια, ούτε οι μπομπονιέρες, ούτε το φαγητό. Oh yes, είναι οι φωτογραφίες και το βίντεο.

Ας δούμε τώρα πως συνηθίζεται να γίνεται η επιλογή του φωτογράφου για το μυστήριο. Παίρνουμε το τηλέφωνο, παίρνουμε όσους ενδεχομένως έχουμε δεί απο το ίντερνετ και ρωτάμε πόοοοοσο κάααανει; Συγγνώμη για την ειρωνία, σε περίοδο κρίσης είμαστε και δεν πρέπει… Το οικονομικό θέμα είναι ένα πολύ βασικό κριτήριο στις μέρες μας. Πιστεύω όμως οτι ίσως θα ήταν χρήσιμο να βάζαμε και λίγα κριτήρια ακόμα. Και παπούτσια να διαλέγαμε, εκτός απο οικονομικά πρέπει να είναι και αναπαυτικά.

Ετσι λοιπόν θα πρέπει να αναρωτηθούμε κατ’αρχάς τι είδους φωτογραφία μας αρέσει. Θέλουμε φωτογραφίες σαν αυτές που είχαν οι γονείς μας; Θέλουμε τις κλασικές στημένες όπου ο φωτογράφος μας λέει κάθε 2 λεπτά “κάτσε έτσι! Κλείσε το στόμα! Κάνε την λυπημένη”; Θέλουμε φωτογραφίες πιο μοντέρνες του στυλ ο φωτογράφος να πηδάει μαζί με το ζευγάρι απο τον Ισθμό της Κορίνθου; Ευτυχώς υπάρχουν φωτογράφοι για όλους και δεν καταλαβαίνω γιατί αυτοί οι άνθρωποι αλληλοβρίζονται. Επίσης ένα άλλο κριτήριο είναι το τι μας προσφέρει ο φωτογράφος με τα λεφτά που μας ζητάει…μας προσφέρει λίγες ή πολλές φωτογραφίες; σε τι μέγεθος; σε τι χαρτί εκτυπώνει; μας προσφέρει ψηφιακό άλμπουμ; να δούμε ένα πριν το διαλέξουμε; Ίσως το εξώφυλλο να ξεκολλάει εύκολα ή το δημιουργικό του γραφίστα να θυμίζει τις ζωγραφιές που κάναμε στο νηπιαγωγείο.

Και να επιστρέψουμε και στο οικονομικό κριτήριο. Υπάρχουν τιμές για όλα τα γούστα. Καλό θα είναι πάντα εκτός απο την τιμή να υπολογίζουμε και την σχέση ποιότητας-τιμής, κάτι που είναι πιο σημαντικό. Σε γενικές γραμμές, όπως στις περισσότερες αγορές που κάνουμε ισχύει το “ό,τι πληρώνεις, παίρνεις”. Φωνάζεις φωτογράφο που ζητάει ελάχιστα χρήματα; δεν πρέπει να έχεις πολλές απαιτήσεις. Φωνάζεις έναν σχετικά ακριβό φωτογράφο; πρέπει να απαιτήσεις πολλά. Δεν μπορείς να πληρώνεις για κολοκυθάκια βραστά και να περιμένεις αστακό, ούτε να δίνεις λεφτά για Πόρσε και να σου φέρνουνε Φιατάκι.

Ο εξοπλισμός του φωτογράφου παίζει κάποιο ρόλο, αλλά όχι τον βασικό. Το μάτι και η αντίληψη του φωτογράφου είναι αυτό που τελικά δικαιολογεί τα περισσότερα έξοδα. Ένας καλός φωτογράφος με μέτριο εξοπλισμό είναι προτιμότερος απο έναν μέτριο φωτογράφο με καλό εξοπλισμό. Το ιδανικό θα ήταν να είναι καλός ο φωτογράφος και να έχει και επαγγελματικό εξοπλισμό ο οποίος θα του δώσει την ευκολία να ελιχθεί μέσα στη μάχη του μηυστηρίου.

Όπως καταλαβαίνετε για ένα σημαντικό γεγονός όπως είναι ένας γάμος ή μια βάφτιση το να διαλέξουμε τον κατάλληλο φωτογράφο και το κατάλληλο βίντεο είναι λίγο πιο πολύπλοκο απο το αν στο μενού θα βάλουμε αρνάκι ή χοιρινό σούβλας.

Προσέξτε, είναι μια στιγμή που δεν ξανάρχεται. Να ψάχνετε μέχρι να είστε απόλυτα ευχαριστημένοι!

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Καλή και κακή φωτογραφία

Υπάρχουν τελικά καλές και κακές φωτογραφίες; Και αν υπάρχουν τότε ποιός είναι αυτός που αποφασίζει για τον διαχωρισμό τους; Υπάρχουν κανόνες που πρέπει να ακολουθούμε όταν φωτογραφίζουμε και ποιός είναι αυτός που τους όρισε;

Πρίν απο περίπου 10 χρόνια απο το National Geographic εκδόθηκε μια σειρά απο cd-rom για τους λάτρεις την φωτογραφίας. Ανάμεσα στα θέματα που προβάλλονταν, εξηγούσε και την μέθοδο με εκείνες τις 4 παράλληλες γραμμές που χωρίζουν το κάδρο σε 9 παραλληλόγραμμα λέγοντας οτι στις πιο καλαίσθητες φωτογραφίες το κυρίως θέμα είναι συνήθως στα πλαϊνά παραλληλόγραμμα και όχι στο κέντρο. Στο τέλος του κεφαλαίου ο αφηγητής προτρέπει τον αναγνώστη να μάθει τους κανόνες και να τους παραβεί.

Και έτσι εμείς σαν καλοί μαθητές και εραστές της καινούριας μας σούπερ εξελιγμένης μηχανής βγαίνουμε στο δρόμο, πάμε βόλτα με το αυτοκίνητο, πάμε διακοπές, πάμε τουαλέτα και τραβάμε, τραβάμε, τραβάμε….

Πολλές φορές τυχαίνει όταν δείχνουμε περήφανοι τις φωτογραφίες μας στους άλλους, μερικοί θαυμάζουν τις χειρότερες και άλλοι περιφρονούν τις καλύτερες για μας φωτογραφίες που τραβήξαμε. Τελικά ποιές είναι οι καλές και ποιές οι κακές φωτογραφίες; Ποιόν επιτέλους θα εμπιστευτούμε για να κρίνει τις φωτογραφίες μας; τη μαμά μας; το έτερόν μας ήμισυ; τη γιαγιά μας; τον καλύτερό μας φίλο;

Η κριτική είναι μια διαδικασία η οποία, αν και πολλές φορές μας πληγώνει, έχει σκοπό να μας βοηθήσει να γίνουμε καλύτεροι. Μια καλή φωτογραφία σήμερα μεταμορφώνεται πολύ εύκολα σε μερικούς μήνες σε μια αδιάφορη φωτογραφία. Είναι σημαντικό για να ξεπεράσουμε μια “καλή” φωτογραφία να μην δενόμαστε τόσο πολύ συναισθηματικά μαζί της. Εξάλλου ήταν απλά ένα ακόμα κλικ. Θεωρώ πιο σημαντική τη διαδικασία της φωτογράφησης παρά το ίδιο το αποτέλεσμα.

Οι μεγαλύτεροι φωτογράφοι του 20ου αιώνα, όπως ο Bresson, ο Kertesz, η Arbus, ο Αtget, o Winogrand, δεν γνώριζαν κανόνες όταν φωτογράφιζαν και δεν πρέπει να έχει ο καθένας πάνω απο 50 καλές φωτογραφίες. Ζούσαν όμως για τη στιγμή που θα πλησιάζαν το σκόπευτρο στο μάτι και θα πατούσαν το κουμπάκι